Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ



 
Μια φορά και έναν καιρο σε έναν τόπο μακρινό ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που δεν είχανε παιδιά. Η βασίλισσα προσευχόταν πάντοτε για να αποκτήσει ένα παιδάκι. Κάποια μέρα ο                          Άγγελος την είπε ότι θα αποκτήσει έναν γιο γιατί ακούστηκαν οι προσευχές της.
    
  Ο γιός της θα έχει ένα χάρισμα,οποία κι αν είναι η επιθυμία του θα πραγματοποιείται. Πέρασε ο        καιρός και η βασίλισσα έφερε στον κόσμο ένα πανέμορφο αγοράκι και ήταν πολύ ευτυχισμένη.
Μια μέρα με το μωρό αγκαλιά την πήρε ο ύπνος καθώς καθόταν στον κήπο. Ένας μάγειρας του παλατιού ήξερε το χάρισμα του παιδιού, το άρπαξε και γέμισε το φόρεμα της βασίλισσας με αίμα από μια κότα που έσφαξε. Κατηγόρησε την βασίλισσα ότι άφησε το παιδί και το κατασπάραξε ένα                    θηρίο.
 
 Ο βασιλιάς εξοργισμένος φυλάκισε την βασίλισσα σε έναν πυργο βαθιά στο δάσος χωρίς φαΐ και   νερό για να πεθάνει. Οι άγγελοι όμως με την μορφή περιστεριών πήγαιναν στο παράθυρο του πυργου 
     και άφηναν φαΐ και νερό για την βασίλισσα.
  
 Ο μάγειρας το παιδί το είχε κρύψει σε ένα κάστρο που ο μικρός πρίγκιπας το ζήτησε για τον μάγειρα και έγινε η επιθυμία του. Για να μην είναι μόνος ο μικρός πρίγκιπας ο μάγειρας του είπε να ζητήσει ένα κοριτσάκι για συντροφιά.
Έτσι και έγινε το κοριτσάκι ήταν πανέμορφο και συντρόφευε τον μικρό. Ο καιρός περνούσε και ο  μάγειρας όλο ζητούσε πλούτη πολλά χρυσάφι παλάτια. Φοβόταν όμως ότι κάποια μέρα ο πρίγκιπας                θα έβρισκε τους δικούς του και θα έλεγε όλα αυτά στον πατέρα του.
 Έτσι είπε στο κορίτσι την ώρα που ο πρίγκιπας κοιμάται να του κόψει την γλώσσα. Το κορίτσι αρνήθηκε και ο μάγειρας την απείλησε ότι θα την σκοτώσει αν δεν υπακούσει. Με τα πολλά το        κορίτσι δέχτηκε.
 
Όταν εκείνος έλειπε το κορίτσι σκότωσε ένα ελάφι του έκοψε την γλώσσα και την καρδιά για να τα δει ο μάγειρας και να την πιστέψει, τον πρίγκιπα τον είπε να κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι. Όταν την ρώτησε αυτός αν σκότωσε τον πρίγκιπα, ο πρίγκιπας τα άκουσε όλα.
« κακούργε θέλησες να με σκοτώσεις και να κόψεις την γλώσσα μου» φώναξε αγριεμένος και τον  μεταμόρφωσε σε σκυλί με μια χρυσή αλυσίδα στο λαιμό.
       « θα τρως μόνο αναμμένα κάρβουνα» την είπε.
  
 
Αμέσως ο μάγειρας έγινε σκύλος με την αλυσίδα στον λαιμό. Μετά από λίγες ημέρες ενώ ο πρίγκιπας καθόταν συλλογισμένος στον κήπο ένα άσπρο περιστέρι κάθησε στον ώμο του και του  είπε όλη την ιστορία με τον μάγειρα και την φυλακισμένη βασίλισσα. Φώναξε ο πρίγκιπας την φίλη του και την είπε ότι θα πάει στην πατρίδα του και αν θέλει να πάει μαζί του. 
« πως να έρθω η πατρίδα σου είναι τόσο μακριά!» Και καθώς δίσταζε και έλεγε δεν θέλει να χωρίσουν ο πρίγκιπας την μεταμόρφωσε σε ένα πανέμορφο γαρύφαλλο και την πήρε μαζί του.
 Ξεκίνησε και ο σκύλος τον ακολουθούσε. Έφτασε στον πυργο ήταν φυλακισμένη η μητέρα του αλλά ο πύργος ήταν πολύ ψηλός.
« να είχα μια σκάλα!» και αμέσως μια σκαλα εμφανίστηκε ακουμπισμένα στον τοίχο. Ο πρίγκιπας   ανέβηκε και από το παράθυρο είδε την μητέρα του.
     « αγαπημένη μου μητέρα είσαι ζωντανή!» μπήκε μέσα την αγκάλιασε εξήγησε τα ψέματα του  μάγειρα οτι τον έφαγαν τα θηρία, και την υποσχέθηκε ότι γρήγορα θα την απελευθερώσει. 
 

Συνέχισε τον δρόμο του και όταν έφτασε στο παλάτι ζήτησε δουλειά κυνηγού, λέγοντας ότι ήταν Αρίστος κυνηγός. Ο βασιλιάς τον δέχτηκε και του είπε.
« χρειαζωμε έναν κυνήγι για ελάφια και αγριόχοιρους, είσαι ικανός;»
« σαν και εμένα άλλος δεν υπάρχει,  δεν θα λείψουν αυτά ποτέ από το παλάτι» και ο βασιλιάς τον     έκανε αρχηκυνηγο.
  

Την άλλη μέρα πήγε μαζί με άλλους κυνηγούς και έκανε την ευχή να γεμίσει ο τόπος κυνήγι. Αμέσως   ελάφια, ζαρκάδια, αγριόχοιροι ξετρύπωσαν και οι κυνηγοί σκότωσαν πολλά και τα πήγαν στο παλάτι. 
 Ο βασιλιάς ενθουσιάστηκε και είπε να ετοιμαστεί βασιλικό τραπέζι με όλους τους αυλικούς και τους αξιωματικούς. Για να ευχαριστήσει τον καινούριο κυνηγο τον κάλεσε στο τραπέζι και τον έβαλε στα δεξιά του. 
« Μα εγώ είμαι ένας ταπεινός κυνηγός βασιλιά μου!» Ο βασιλιάς επέμενε και τον διέταξε να έρθει  στο γεύμα. 
 

Το μυαλό του πρίγκηπα σε όλη την διάρκεια του γεύματος ήταν στην μητέρα του και ευχήθηκε  κάποιος από όλους εκεί να την θυμηθεί. Μόλις έκανε την ευχή ο αρχιστράτηγος είπε.
« βασιλιά μου εμείς τρώμε και πίνουμε εδώ η βασίλισσα μας όμως τι να κάνει άραγε; ζει ή, έχει πεθάνει;» ο βασιλιάς θλιμμένος είπε.
« με την απερισκεψία της έχασα τον γιο μου τον έφαγαν τα θηρία μην την αναφέρετε λοιπόν» Ο πρίγκιπας δεν άντεξε άλλο και είπε.
 
« βασιλιά μου κοίταξε με καλά είμαι ο γιος σου δεν με έφαγαν τα θηρία, και η μητέρα μου άδικα είναι τόσα χρόνια υποφέρει, ο κακός μάγειρας τα έκανε όλα αυτά» εξήγησε δε ένα ένα όλα στον βασιλιά πατέρα του, έφερε και τον σκύλο μάγειρα και είπε.
« να ο υπαίτιος, και τώρα θα τον δεις όπως ήταν» και αμέσως τον έκανε όπως πριν. Ο βασιλιάς οργισμένος διαιταξε να τον κλείσουν σε ένα μπουντρούμι. 
« τώρα πατέρα μου θα σου δείξω το κορίτσι που μεγάλωσαμε μαζί και με έσωσε την ζωή όταν την διέταξε ο μάγειρας να με σκοτώσει» είπε και έβγαλε το γαρύφαλλο από την τσέπη του και έκανε πάλι την πανέμορφη κοπέλα όλο ομορφιά και λάμψη. 
 
Ο βασιλιάς έστειλε να φέρουν πίσω από τον Πύργο στο παλάτι την βασιλισσα και όταν γύρισε συγχώρεσε τον βασιλιά για την σκληράδα του. Ήταν πολύ ευτυχισμένη η βασίλισσα αλλά μετά τρεις ημέρες πέθανε. Ο βασιλιάς δεν άντεξε και λίγες μέρες μετά, πέθανε και αυτός. Το βασιλόπουλο παντρεύτηκε το όμορφο κορίτσι που έφερε μαζί του σαν γαρύφαλλο και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019


Η ΧΡΥΣΗ ΧΗΝΑ

   Μια φορά και έναν καιρό σε έναν τόπο μακρινό ζούσε ένας άντρας με την γυναίκα του και τους  τρεις γιούς του.Ο μικρότερος ήταν αθώος πολύ και τον φώναζαν χαζούλη.Μι μέρα ο μεγάλος γιος θέλησε να πάει στο δάσος να κόψει ξύλα.Η μητέρα του ετοίμασε μια πολύ νόστιμη πιτα και ένα μπουκάλι κρασί για να έχει να φάει και να πιει.Φτανωντας στο δάσος βλέπει έναν ανθρωπάκο ο οποίος τον καλημερησε καιρού είπε επίσης.
«Δώσε μου λίγο από την πίτα σου και λίγο κρασί γιατί πεινάω και διψάω.»Ο μεγάλος γιος είπε.
«Αν σου δώσω πίτα και κρασί για εμένα δεν θα μείνει τίποτα μην με καθυστερείς» είπε και έφυγε.
 
Βρήκε ένα δέντρο και άρχισε να το κόβει.Υστερα από λίγο το τσεκούρι ξέφυγε και τον τραυμάτισε στο χέρι.Αναγκαστηκε να γυρίσει στο σπίτι.Ο ανθρωπάκος τον τιμώρησε για τον κακό τρόπο του.
 Έτσι αφού ο μεγάλος γιος γύρισε χωρίς ξύλα ο δεύτερος αποφάσισε να πάει στο δάσος για ξύλα.Η μητέρα τον ετοίμασε πίτα και κρασί και έφυγε για το δάσος.Μολις έφτασε στο δάσος συνάντησε τον ανθρωπάκο όπου ζήτησε και από αυτόν πίτα και κρασί. Ο μεσαίος γιος είπε.
«Αν σου δώσω πίτα και κρασί για μένα δεν θα μείνει τίποτα μην με καθυστερείς» είπε και έφυγε.Η τιμωρία του ανθρωπάκου δεν άργησε και για αυτόν.Αρχισε να κόβει ένα δέντρο το τσεκούρι όμως έπεσε πάνω στο πόδι και τον τραυμάτισε. Έτσι γύρισε στο σπίτι και αυτός άπραγος.
    
Ο χαζούλης λέει τότε στον πατέρα του.
«Θα πάω εγώ να κόψω ξύλα» 
«Δεν θα πας είδες τι έπαθαν τα αδέρφια σου» Ο χαζούλης επέμενε και ο πατέρας του με τα πολλά υποχώρησε. 
«Πήγαινε λοιπόν». Η μητέρα του τον ετοίμασε μια σταχτοπιτα και ένα μπουκάλι ξυνισμενη μπίρα. Ο χαζούλης φτάνοντας στο δάσος συνάντησε τον ανθρωπάκο ο οποίος τον χαιρέτησε και είπε.
« Δώσε μου ένα κομμάτι από την πίτα σου και λίγο κρασί πεινάω και διψάω».Ο χαζούλης λέει.
«Έχω μόνον μια σταχτοπιτα και ξυνισμενη μπίρα κόπιασε να φάμε αν σε αρέσει».Ο ανθρωπάκος δέχτηκε και μόλις άρχισαν να τρώνε η σταχτόπιτα είχε γίνει μια πολύ νόστιμη πιτα και η ξινισμένη μπίρα ένα ωραίο κρασί. Αφού έφαγαν και ήπιαν ο ανθρωπάκος λέει στον χαζούλη.
«Έχεις χρυσή καρδιά και μοιράζεσαι ότι έχεις θα σε χαρίσω κάτι. Βλέπεις αυτό το γέρικο δέντρο; Στις ρίζες του θα βρεις κάτι.» 
    

Έτσι και έγινε. Μόλις ο χαζούλης άρχισε να κόβει το δέντρο και αυτό έπεσε από τις τσεκούριες  βρήκε στις  ρίζες μια χήνα με ολόχρυσα φτερά.
Πήρε την χήνα και πήγε σε ένα πανδοχείο για να κοιμηθεί. Ο ιδιοκτήτης  είχε τρεις κόρες που άρχισαν να περιεργάζονται το παράξενο πουλί. Όταν είδαν ότι έχει χρυσά φτερά θέλησαν να το κλέψουν,και μόλις ο χαζούλης βγήκε από το δωμάτιο η μεγάλη κόρη πήγε να πάρει την χήνα. Το χέρι της όμως κόλλησε πάνω. Μετά από λίγο ήρθε η μεσαία κόρη για να πάρει ένα χρυσό φτερό μα μόλις ακούμπησε την αδερφή της κόλλησε το χέρι πάνω της. Όταν ήρθε η μικρή αδερφή φώναξαν και οι δυο.
  

«Φύγε, φύγε από εδώ!»Εκείνη δεν κατάλαβε και πήγε στην χήνα. Και σαν ακούμπησε την μεσαία αδερφή κόλλησε και αυτή. Έμειναν έτσι όλη την νύχτα. Το πρωί ο χαζούλης πήρε την χήνα αγκαλιά χωρίς να προσέξει τις αδερφές έτσι τα κορίτσια έτρεχαν πίσω του παράπατόντας πέρα δώθε. Στο δρόμο τους βλέπει ένας παπάς και εξοργισμένος λέει.
«Δεν ντρέπεστε να τρέχετε πίσω από αυτόν τον νεαρό δεν είναι σωστό.» Πήγε να αρπάξει την μικρή αδερφή κόλλησε και αυτός και έτρεχε ξοπισω τους. Παρακάτω συνάντησαν τον επίτροπο της εκκλησιας και βλέποντας το θέαμα είπε.
«Που πας παπά; Έχουμε βάπτιση σήμερα» και έτρεξε να τραβήξει τον παπά,έτσι κόλλησε και αυτός. Και γίνανε πέντε που έτρεχαν πίσω από τον χαζούλη. 
Στο δρόμο βρήκαν δυο αγρότες που γύριζαν από τα χωράφια τους και ο παπάς τους φώναξε να τους ελευθερώσουν. Αλλά μόλις ακούμπησαν τον επίτροπο κόλλησαν και αυτοί. Όλοι μαζί έφτασαν στην πόλη στην οποία ο βασιλιάς είχε μια κόρη που ήταν τόσο σοβαρή η οποία δεν γελούσε με τίποτα. Ο βασιλιάς είχε κάνει έναν νόμο που οποίος έκανε την βασιλοπούλα να γελάσει θα την παντρευόταν. Σαν το άκουσε αυτό ο χαζούλης πήγε με την ακολουθία του στο παλάτι. Και σαν είδε η βασιλοπούλα τους εφτά ανθρώπους να τρέχουν ο ένας πίσω από τον άλλον άρχισε να γελάει χωρίς να μπορεί να σταματήσει. Ο χαζούλης ζήτησε από τον βασιλιά να παντρευτεί την βασιλοπούλα. Του βασιλιά δεν του άρεσε ο χαζούλης για γαμπρός και σκεφτόταν πως να τον αποφύγει. Ζήτησε από τον χαζούλη να βρει κάποιον που θα μπορέσει να πιει όλο το κρασί που έχει το κελάρι του. Ο χαζούλης σκέφτηκε να πάει στο δάσος να βρει τον ανθρωπάκο. Πήγε λοιπόν εκεί που τον είχε συναντήσει και βλέπει έναν άντρα να κάθεται συλλογισμένος. Τον ρώτησε ο χαζούλης τι τον απασχολεί και αυτός λέει ότι έχει μεγάλη δίψα και ενώ ήπιε ένα βαρέλι κρασί δεν έχει ξεδιψάσει.
«Μπορώ εγώ να σε βοηθήσω θα χορτάσεις κρασί» είπε ο χαζούλης. Τον πήγε στο βασιλικό κελάρι και ο άνθρωπος του δάσους ήπιε όλο το κρασί σε μια μέρα. Ο χαζούλης ζήτησε από τον βασιλιά την κόρη του αλλά αυτός σκέφτηκε πάλι πως να τον αποφύγει. Έτσι το είπε ότι θα τον δώσει την κόρη του αν φέρει κάποιον που θα φάει ένα βουνό από ψωμί. Ο χαζούλης πήγε πάλι στο δάσος και εκεί βρήκε έναν λυπημένο άνθρωπο που έσφιγγε την ζώνη του.
«Έχω φάει ένα φούρνο ψωμιά αλλά το στομάχι μου είναι άδειο.»Ο χαζούλης τον είπε. 
« Θα χορτάσεις την πείνα σου εκεί που θα πάμε.» Τον πήγε στο παλάτι όπου υπήρχε ένα βουνό από ψωμί και ο άντρας άρχισε να τρώει και σε μια μέρα το έφαγε όλο. Ο χαζούλης ζήτησε πάλι από τον βασιλιά την κόρη του και αυτός σκέφτηκε πάλι να βρει τρόπο να το αποφύγει του ζήτησε λοιπόν να βρει ένα καράβι που να ταξιδεύει σε θάλασσα και σε στεριά. 
« Τότε θα πάρεις την κόρη μου για γυναίκα σου» Ο χαζούλης τράβηξε πάλι για το δάσος. Εκεί ήταν ο ανθρωπάκος ο οποίος τον είπε.
«Θα σου δώσω το πλοίο που ταξιδεύει σε θάλασσα και σε στεριά επειδή φερθηκες με καλοσύνη σε μένα» του έδωσε το καράβι και ο χαζούλης μια και δυο πίσω στον βασιλιά και τον ζητάει πάλι την κόρη του. Ο βασιλιάς μην μπορώντας να κάνει αλλιώς τον έδωσε την κόρη του. Έτσι παντρεύτηκαν και όταν ο βασιλιάς πέθανε ανέβηκε στον θρόνο ο χαζούλης και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα! 






Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

Ο ΧΟΙΡΟΒΟΣΚΟΣ




Μια φορά και έναν καιρο σε ένα τόπο μακρινό ζούσε ένας φτωχός πρίγκιπας.Το βασίλειο του ήταν μικρό και φτωχό.Ηταν όμως ο πρίγκιπας τολμηρός και τα χέρια του είχαν μεγάλες.Κατασκευαζε πολλά και θαυμάσια πράγματα.Καποτε γνώρισε την κόρη του αυτοκράτορα και την ερωτεύτηκε.Αποφασισε να την ζητήσει να τον παντρευτεί.
  
  Έστειλε πρώτα τα δώρα στην πριγκίπισσα.Το πρώτο δώρο ήταν μια όμορφη τριανταφυλλιά που τα άνθη της μοσχοβολουσαν όσο τίποτα στον κόσμο.Η πριγκίπισσα χάρηκε πολύ που είχε δώρα και άνοιξε το πρώτο δέμα που ήταν η τριανταφυλλιά.Η πριγκίπισσα και οι κύριες της άυλης πήγαν κοντά στην τριανταφυλλιά και όταν η πριγκίπισσα κατάλαβε ότι είναι αληθινή είπε στον πατέρα της
«Πατέρα είναι αληθινή!»
«Πφ!! Αληθινή! έκαναν και οι κύριες της άυλης.
 
«Ας δούμε το άλλο δέμα» είπε ο αυτοκράτορας.Το δεύτερο δέμα είχε ένα κλουβί και μέσα ένα αηδόνι το οποίο άρχισε να κελαηδάει και είχε το γλυκύτερου κελάηδημα του κόσμου.
«Ελπίζω να είναι ψεύτικο»είπε η πριγκίπισσα.
«Μα είναι ζωντανό» είπαν όλοι μαζί.
«Πφ! ζωντανό αφήστε το να φύγει» και έστειλε στον πρίγκιπα αρνητική απάντηση. 
   
 Ο πρίγκιπας πείσμωσε και πήρε την απόφαση του.Ντυθηκε φτωχικά και χτύπησε την πόρτα του παλατιού και ζήτησε δουλειά σαν χοιροβοσκος.Ειχαν αναγκη από χοιροβοσκο στα αυτοκρατορικά χοιροστάσια και έτσι έπιασε δουλειά. Έγινε αυτοκρατορικός χοιροβοσκος. Επειδή τα χέρια του έφτιαχναν πολλά και ωραια πράγματα άρχισε να κατασκευάζει μια χύτρα που γύρω γύρω είχε κουδουνάκια που όταν ήταν στη φωτιά τα κουδουνάκια έπαιζαν τελεια μουσική.Και όταν έβαζες στον ατμό τα δάχτυλο μπορούσες να μυρίσεις ότι φαγητό μαγειρεύονταν στο βασίλειο.
 
Η πριγκίπισσα και οι κύριες της αυλής βγήκαν την άλλη μέρα για περίπατο στους αυτοκρατορικούς κήπους και περνώντας από το χοιροστάσιο άκουσαν τα κουδουνάκια της χύτρας που ήταν στην φωτιά.Ενθουσιαστηκε με την μουσική και έστειλε κάποια από τις κύριες της αυλής να ρωτήσει την τιμή.
 «Την θέλω αυτή την χύτρα»είπε.Ο χοιροβοσκος ζήτησε 10 φιλία από την πριγκίπισσα.
 «Ανήκουστο! » φώναξε η πριγκίπισσα και ξεκίνησε για να φύγει.Μολις άκουσε το κουδουνάκια πάλι γύρισε πίσω.
«Δέκα φιλιά από μια κυρία της αυλής» είπε η πριγκίπισσα.
«Δέκα πριγκιπικά φιλιά» είπε ο πρίγκιπας χοιροβοσκος.Η πριγκίπισσα ήθελε τόσο πολύ την χύτρα που πήρε την απόφαση να δώσει τα δέκα φιλιά.Εβαλε τις κύριες της αυλής να κάνουν κύκλο για να μην την δει κανείς και ο χοιροβοσκος πήρε τα φιλιά.Η πριγκίπισσα πήρε χαρούμενη την χύτρα και με τις κύριες της αυλής ασχολούνταν όλη μέρα και βάζοντας το δάχτυλο στον ατμό μάθαιναν τα φαγητά όλων των σπιτιών.
« Μην πήγε λέξη πως απέκτησα την χύτρα» είπε η πριγκίπισσα.

«Όχι δεν θα πούμε λέξη σε κανέναν» είπαν οι κύριες της αυλής.Ο πρίγκιπας χοιροβοσκος την άλλη μέρα άρχισε να κάνει μια ροκανα που έπαιζε όλα τα βαλς που υπήρχαν στον κόσμο. 
«Μα είναι υπέροχη!»είπε η πριγκίπισσα «πάτε να ρωτήσετε την τιμή της»
«Ζητάει εκατό φιλιά» είπε η κυρία που πήγε και ρώτησε.
«Είναι τρελός εγώ μια πριγκίπισσα να φιλήσω πάλι τον χοιροβοσκο!»ξεκίνησε προς το παλάτι αλλά γύρισε πίσω αποφασισμένη να αποκτήσει την ροκάνα.
« θα του δώσω τα δέκα φιλιά και τα υπόλοιπα θα τα πάρει από μια από εσάς»πήγαν του το είπαν αλλά εκείνος επέμενε εκατό από την πριγκίπισσα.
 «Στάθηκε γύρω μου λοιπόν» είπε η πριγκίπισσα έτσι και έγινε.Ο αυτοκράτορας πατέρας της ήταν κάπου στον κήπο και περνώντας από το χοιροστάσιο απόρησε.Πηγε σιγά σιγά και τι να δει! Η πριγκίπισσα φιλούσε τον χοιροβοσκο.Θυμωσε παρά πολύ.
« Τι γίνεται εδώ;» Είπε και έδωσε ένα χαστούκι στην πριγκίπισσα και διέταξε να τους πετάξουν έξω. Η πριγκίπισσα και ο χοιροβοσκος πρίγκιπας έφυγαν από την πολιτεία και η πριγκίπισσα έκλαιγε συνεχώς και παραπονιόταν.
 

« Τι θα κανω τώρα; έπρεπε να παντρευτώ εκείνον τον πρίγκιπα και τώρα δεν θα τραβούσα όλα αυτά με αγαπούσε και θα τον έκανα ότι ήθελα» Ο χοιροβοσκος πρίγκιπας θύμωσε πολύ βλέποντας ποσό ατομιστρια ήταν πήγε παρά πέρα φόρεσε τα πριγκιπικά του ρουχα και παρουσιάστηκε μπροστά της. 
« Εγώ ο άξεστος χοιροβοσκος είμαι ο πρίγκιπας που σε αγαπησε αλλά είσαι κακομαθημένη εγωίστρια εκμεταλλεύεσαι τα αισθήματα των άλλων για αυτό εγώ σε περιφρονώ.»Και γυρνώντας την πλάτη έφυγε και την παράτησε.Τωρα μόνη χωρίς πρίγκιπα χωρίς παλάτι χωρίς τον πατέρα της. Αυτή ήταν η αμοιβή της!


Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

ΟΙ ΑΓΡΙΟΚΥΚΝΟΙ



     
       Μια φορά και έναν καιρο σε ένα τόπο μακρινό ζούσε ένας καλόκαρδος βασιλιάς ο οποίος έχει         μια   κόρη και έντεκα γιούς.Την κόρη του την έλεγαν Ελίζα.Η βασίλισσα είχε πεθάνει και ο βασιλιάς  ξαναπαντρεύτηκε.Η καινούργια βασίλισσα ήταν όμορφη αλλά πολύ κακιά.
      
  Η κακιά βασίλισσα κάποια μέρα έδιωξε την Ελίζα από το παλάτι σε ένα αγρόκτημα τα δε  βασιλόπουλα τα μεταμόρφωσε σε έντεκα κύκνους.Στον βασιλιά είπε όταν αναζήτησε την Ελίζα και τους πρίγκιπες ότι τηνΕλιζα την έστειλε εσωτερική σε σχολείο τους δε πρίγκιπες σε στρατιωτική σχολή.
             
       Ο καλοκάγαθος βασιλιάς την πίστεψε.Τα χρόνια πέρασαν η Ελίζα μεγάλωσε και αποφάσισε να πάει στο παλάτι να δει τον πατέρα της και τα αδέρφια της.Μολις την είδαν οι φρουροί την ρώτησαν ποια είναι και εκείνη τους είπε ότι είναι η πριγκίπισσα και θέλει να δει τον πατέρα της.Οι φρουροί πήγαν στην βασίλισσα και εκείνη τους είπε να πάνε την Ελίζα κοντά της.Η βασίλισσα σαν είδε την όμορφη Ελίζα την έβαψε και την έκανε πολύ άσχημη και έτσι την παρουσίασε στον βασιλια. Ο βασιλιάς νόμισε ότι είναι απατεώνισσα και την έδιωξε. Η Ελίζα περιπλανήθηκε στο δάσος έφτασε σε ένα ποτάμι και εκεί έπλυνε το πρόσωπο της από τις βαφές της μητριάς της.Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα έκλαιγε απελπισμένη όταν βλέπει δίπλα της μια γριούλα που την ρώτησε γιατί κλαίει.Η Ελίζα εξήγησε ότι την συμβαίνει και την ρωτάει αν είδε κάπου έντεκα βασιλόπουλα.Η γριούλα είπε πως είδε σε μια λίμνη έντεκα κύκνους με κορώνες στο κεφάλι της.Η Ελίζα πήγε στην λίμνη και περίμενε κρυμμένη.Το ηλιοβασίλεμα έφτασαν οι κύκνοι και μόλις πάτησαν στη γη έγιναν έντεκα πρίγκιπες τα αδέρφια της.
              

 Η Ελίζα φανερώθηκε και γεμάτη χαρά όλοι αγκαλιάστηκαν.Οι πρίγκιπες τη είπαν για ότι τους έκανε η κακιά βασίλισσα και ότι την ημέρα είναι κύκνοι αλλά το βραδυ γίνονται ξανά άνθρωποι.Τα αδέρφια της την είπαν επίσης ότι το χάραμα πρέπει να φύγουν για την μακρινή χώρα που ζουν όλο  τον χρόνο και μόνο έντεκα μέρας έρχονται στην πατρίδα τους.Το πρωί πρέπει να γυρίσουν πίσω.Η   Ελίζα τους είπε να την πάρουν μαζί τους και άρχισαν να σκέφτονται τον τρόπο.Το μικρό    βασιλόπουλο είχε μια ιδέα να κάνουν ένα δίχτυ με χόρτα και εκεί να βάλουν την αδερφή τους και όλοι μαζί να την κουβαλήσουν πιάνοντας το δίχτυ με το Ράμφος τους.Ετι και έγινε όλη την νύχτα έπλεκαν το δίχτυ και το πρωί ήταν έτοιμο έβαλαν πάνω την Ελίζα και ξεκίνησαν το ταξίδι για το μακρινό βασίλειο.

   Πετούσαν πάνω από θάλασσες και μόλις άρχισε να νυχτώνει βρίσκανε ένα ξερονήσι και έμειναν            εκεί   την νύχτα. Το πρωί συνέχισαν το ταξίδι για την μακρινή πολιτεία. Καθώς πετούσαν πάνω από τα σύννεφα η Ελίζα είδε ένα τεράστιο λευκό παλάτι και τα αδέρφια της είπαν ότι εκεί κατοικεί η μάγισσα Μοργκανα.Το σούρουπο έφτασαν σε μια σπηλιά και είπαν την Ελίζα ότι εκεί μένουν.Η Ελίζα σκεφτόταν τι τρόπο να βρει για να λυθούν τα μαγιά των αδερφών της.Οταν αποκοιμήθηκε είδε στον ύπνο της ότι πήγε στο παλάτι της μάγισσας και εκεί εμφανίστηκε η μάγισσα που ήταν η γριούλα που την είχε πει που να βρει τα αδέρφια της. Εκείνη την είπε τι να κάνει.
«Αν θες να λυθούν τα μαγιά θα μαζέψεις από το νεκροταφείο τσουκνίδες θα τις κανείς νήμα και θα πλένεις έντεκα πουκάμισα και θα τα βάλεις πάνω σε κάθε πρίγκιπα έτσι τα μαγιά θα λυθούν και δεν θα ξαναγίνουν ποτέ κύκνοι. Όσο όμως  πλέκεις δεν θα μιλήσεις για κανένα λόγο.»

   
Έτσι έκανε άρχισε να πλέκει το πρώτο πουκάμισο αμιλητη και τα αδέρφια της κατάλαβαν ότι κάτι κάνει για το καλό τους. Μια μέρα ενώ τα αδέρφια της έλειπαν ακούστηκαν σκυλιά να γαβγίζουν έξω και σε λίγο μπήκαν στην σπίτια και πίσω τους ένας άντρας που ήταν ο βασιλιάς της χώρας. Σαν είδε την Ελίζα μαγευτικές από την ομορφιά της και την ρώτησε τι κάνει μόνη σε αυτήν την ερημιά. Εκείνη δεν μπορούσε να μιλήσει και όταν ο βασιλιάς έιπε ότι θα την πάρει στο παλάτι άρχισε να κλαίει. Ο βασιλιάς πήρε την Ελίζα με τα πράγματα της τα πουκάμισα και τις τσουκνίδες και πήγε στο παλάτι. Την έδωσε ένα όμορφο δωμάτιο και εκεί η Ελίζα συνέχισε το πλέξιμο. 
         
Ο αρχιεπισκόπους όμως δεν συμπάθησε την Ελίζα και περισσότερο ακόμα όταν ο βασιλιάς την παντρεύτηκε προσπαθούσε να βρει τρόπο να την συκοφαντήσει στον βασιλιά. 
   
Ένα βραδυ η Ελίζα αναγκάστηκε να πάει στο νεκροταφείο επειδή οι τσουκνίδες είχαν τελειώσει. Βγήκε λοιπόν μέσα στην νύχτα αλλά πίσω της ακολούθησε και ο αρχιεπισκόπους για να δει που πάει. Το πρωί λέει στον βασιλιά ότι είναι σίγουρος πως η Ελίζα είναι μάγισσα. Ο βασιλιάς δεν ήθελε να το πιστέψει αλλά όταν βγήκε πάλι η Ελίζα να μαζέψει τσουκνίδες μαζί με τον αρχιεπίσκοπο την ακολούθησαν. 

Εξαγριωμένος ο βασιλιάς και νομίζω νταής ότι η Ελίζα είναι μάγισσα την έριξε στην φυλάκη μαζί και τα πουκάμισα και η Ελίζα συνέχισε να πλέκει. Το πρωί την έβαλαν σε ένα καρό και την πήγαιναν στην πλατεία να την εκτελέσουν. Τα πουκάμισα τα είχε μαζί της και προσπαθούσε να τελειώσει και το τελευταίο. Ενώ το καρό ήταν κοντά στην πλατεία οι κύκνοι άρχισαν να πετάνε πάνω από την Ελίζα. Εκείνη άρχισε να τους βάζει έναν έναν τα πουκάμισα και οι κύκνοι άρχισαν να γίνονται πρίγκιπες. Τώρα η Ελίζα μπορούσε να μιλήσει και είπε σε όλους ότι είναι αθώα. Εξήγησε ότι ότι έκανε το έκανε για να σώσει τα αδέρφια της. Ο βασιλιάς την αγκάλιασε ανακουφισμένος και χαρούμενος. Όλοι μαζί πήγαν να βρουν τον πατέρα τους και όταν του είπαν τι πέρασαν από την κακιά βασίλισσα ο γερό βασιλιάς την έδιωξε κακήν κακώς.Ετσι έζησαν ευτυχισμένοι  καλά και εμείς καλύτερα . 




         
       

                  

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2019


Ο ΤΖΑΚ ΚΑΙ Η ΦΑΣΟΛΙΑ 


Μια φορά και έναν καιρο σε έναν τόπο μακρινό ζούσε μια γυναίκα με τον μονάκριβο γιο της τον Τζακ. Ήταν πολύ φτωχοί και η μόνη περιουσία που είχαν ήταν η αγελάδα τους.Επειδη δεν είχαν τίποτε να φάνε ένα πρωί λέει η μητέρα στον Τζακ να πάει στην αγορά και να πουλήσει σε καλή τιμή την αγελάδα τους.στον δρόμο προς την αγορά συναντάει έναν παραξενο μικροσκοπικό άνθρωπο.
        
«Που πας με την αγελάδα;»ρώτησε ο παράξενος άνθρωπος.
«Πάω στην αγορά να πουλήσω την αγελάδα»
«Θα σου την αγοράσω εγω» είπε ο παράξενος άνθρωπος.Δεν θα σου δώσω όμως χρήματα αλλά θα σε δώσω πέντε μαγικά φασόλια» Ο Τζακ έκλεισε την συμφωνία από περιέργεια για τα μαγικά φασόλια επειδή δεν είχε δει ποτέ ξανά.Στο σπίτι σαν έφτασε δείχνει χαρούμενος τα φασόλια στην μητέρα του.Εκεινη θυμωμένη του λέει .
«Πως θα χορτάσουμε με αυτά τα φασόλια;»
«Είναι μαγικά φασόλια μητέρα» λέει ο Τζακ.
«Ανόητο παιδί» λέει η μητέρα του και πετάει τα φασόλια από το παράθυρο στην αυλή.Το πρωί ο Τζακ καθώς κοίταξε από το παράθυρο και είδε μια τεράστια φασόλια η οποία έφτανε ως τον ουρανό.
        
Μια και δυο οΤζακ άρχισε να ανεβαίνει και έφτασε πάνω από τα σύννεφα σε μια άλλη χώρα.Βλεπει μπροστά του ένα τεράστιο κάστρο και πάει προς την πόρτα και χτυπάει. Η πόρτα ανοίγει και βγαίνει μια γυναίκα.
 «Πως ήρθες μέχρι εδώ μικρέ;» ρώτησε «έλα μέσα πριν έρθει ο άντρας μου.Οδηγησε τον Τζακ στην κουζίνα και του έβαλε ένα πιάτο με φαγητό.Το τραπέζι ήταν τεράστιο όπως και οι καρέκλες.
 «Φάε πρέπει να πείνας» είπε η γυναίκα.Ξαφνικα ακούγονται βήματα δυνατά.
    « Ο άντρας μου ήρθε να σε κρύψω γιατί θα σε φάει.» Ο Τζακ κρύφτηκε μέσα στο φούρνο.Ενας γίγαντας ξεπρόβαλε και μόλις μπήκε στην κουζίνα είπε.

«Μου μυρίζει ανθρώπινο κρέας»
«Έτσι σε φαίνεται» είπε η γυναίκα του. «Δεν υπάρχει άνθρωπος εδώ μέσα το φαΐ σου είναι στο τραπέζι» Ογιγαντας έφαγε το τεράστιο γευμα του και μετά ζήτησε την χρυσή του κότα. ΟΤζακ τα έβλεπε ολακαι ότι η κότα γέννησε ένα χρυσό αυγό.Καθε φορά που το ζητούσε ο γίγαντας.Σε λίγο αποκοιμηθηκε ο γίγαντας και ο Τζακ βγήκε έξω από την κρυψώνα του άρπαξε την κότα και έτρεξε προς την φασόλια και άρχισε να κατεβαίνει γρήγορα.Μολις έφτασε κάτω έδειξε χαρούμενος την κότα στην μητέρα του και από τότε ζούσαν πλούσια πουλώντας τα χρυσά αυγά.
  
Η φασόλια όμως ήταν εκεί και προκαλούσε τον Τζακ.Και έτσι μια μέρα ανέβηκε πάλι πήγε στο κάστρο και μπήκε κρυφά μέσα.Πηγε στην κουζίνα και κρύφτηκε μέσα σε ένα ντουλάπι.Σε λίγο ήρθε ο γίγαντας.
«Ανθρώπινο κρέας μυρίζει»είπε.
«Δεν υπάρχει ανθρωπος εδώ άντρα μου» είπε η γυναίκα.Σαν έφαγε ο γίγαντας το φαΐ του πήγε και πήρε την μαγική του άρπα από την κρυψώνα της.Η άρπα άρχισε να τραγουδάει την πιο όμορφη και γλυκιά μουσική που υπήρχε στον κόσμο.Σε λίγο ο γίγαντας αποκοιμήθηκε και ο Τζακ βρήκε την ευκαιρία και άρπαξε την άρπα.
«Αφέντη βοήθεια» φώναξε η άρπα.Ο γίγαντας έτρεξε πίσω από τον Τζακ ο οποίος άρχισε να κατεβαίνει γρήγορα από την φασόλια.Μολις πάτησε κάτω φώναξε στην μητέρα του.
«Φέρε μου ένα τσεκούρι γρήγορα».Πηρε το τσεκούρι και άρχισε να κόβει την φασόλια.Ο γίγαντας ήταν στα μισά και όταν η φασόλια έπεσε στο χώμα έπεσε και γίγαντας μαζί.Ηταν το τέλος του γίγαντα.Απο τότε ο Τζακ και η μητέρα τουζησαν ευτυχισμένη με την κότα μετά χρυσά αυγά και την μαγική άρπα.


                                                                                       




Η ΑΣΠΡΗ ΓΑΤΑ   Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε τρεις γιους, που ήταν όλοι τόσο έξυπνοι και γενναίοι που άρχισε να φοβάται...