Σάββατο 29 Ιουνίου 2019




ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΝΕΡΑΙΔΑΣ

Μια φορά και έναν καιρο, σε έναν τόπο μακρινό,ήταν μέσα σε ένα καταπράσινο δάσος η νεραιδοχώρα. Όλα κυλούσαν όμορφα, και χαρούμενα και όλες οι νεραιδουλες, να παίζουν από το πρωί μέχρι το βραδυ.

 Τόσο όμορφες και χαρούμενες, ήταν οι μέρες τους, που θαρρείς κάποιος ζήλεψε, και έκανε το κάθε τι, για να αναστατώσει την νεραιδοχωρα. Κάποια μέρα από τον δρόμο, που διέσχιζε το δάσος, πέρασε η άμαξα του βασιλιά, με την μικρή βασιλοπούλα, και με τους ακολούθους.
   
  Η Βασιλική άμαξα σταμάτησε, στην άκρη του δρόμου,για να ξεκουραστούν τα άλογα. Η βασιλοπούλα κατέβηκε, από την άμαξα και προχώρησε προς το δάσος, με την αποχ της για να πιάσει πεταλούδες. Κάποια στιγμή βλέπει μια πολύχρωμη πεταλούδα πάνω σε ένα ό μορφο λουλούδι, και χραπ, την έπιασε με την αποχή
 Όταν όμως πλησίασε κοντά, τι να δει! Μια μικρή νεραιδουλα είχε πιαστεί στο δίχτυ.
 Η βασιλοπούλα έτρεξε στην άμαξα, και φώναξε την νταντά της να της δείξει, τι έπιασε με την αποχή της! Η νταντά της είπε να ελευθερώσει την νεραιδουλα, αλλά που! Η βασιλοπούλα δεν άκουγε τίποτε
« θα την πάρω στο παλάτι» είπε πεισματάρικα. Ένα τω μεταξύ η νεραιδουλα έκλαιγε και χτυπιόταν, για να ξεφύγει.
Στην νεταιδοχωρα άρχισε να νυχτώνει, και η νεραιδουλα πουθενά. Οι αδελφούλες της άρχισαν να ανησυχούν. Σίγουρα κάτι κακό έπαθε η αδερφούλα τους! Ζήτησαν λοιπόν, από όλες τις νεράιδες, να τις βοηθήσουν, και έτσι αποφάσισαν, να ψάξουν να την βρουν.


 Πήραν τα φαναράκια τους, και άρχισαν να ψάχνουν, μέσα στο δάσος. Όμως τίποτα! πουθενά η νεραιδουλα, άφαντη. Σε ένα δεντρο, βλέπουν δυο σκιουρακια, και τα ρώτησαν αν είδαν την νεραιδουλα. Εκείνα απάντησαν ότι δυστυχώς δεν είδαν την μικρή νεράιδα.
 Πιο κάτω βρήκαν ένα λαγουδάκι, το ρώτησαν και αυτό αν είδε την νεραιδουλα, και αυτό απάντησε ότι ναι, την είδαν να την πιάνει η βασιλοπούλα, με την αποχή της. Άκουσε να λέει στην νταντά της, ότι θα την πάρει μαζί της στο παλάτι.  Το σοφό ξωτικό ευχήθηκε τις νεραιδουλες, να πάνε όλα καλά, και εκείνες αποφάσισαν να πάνε στο παλάτι. Έτσι άρχισαν να πετούν,και πριν ακόμα χαράξει έφτασαν
 Άρχισαν να πετούν από παράθυρο, σε παράθυρο, για να δουν που μπορεί να είναι, η μικρή νεράιδα. Από κάποιο παράθυρο είδαν την βασιλοπούλα να κοιμαται. Δίπλα σε ένα τραπεζάκι υπήρχε ένα χρυσό κλουβί και, μέσα η μικρή νεραιδουλα. Με τα φαναράκια τους έκαναν σινιάλο, κουνώντας τα πάνω κάτω, για να τις δει η νεραιδουλα και να  πάρει θάρρος. Έτσι και έγινε, η μικρή νεράιδα σταμάτησε να κλαίει και, να προσπαθεί άδικα να βγει από το χρυσό κλουβί.
 Μια μια οι νεραιδουλες, μπήκαν από το ανοιχτό παράθυρο, και σιγά-σιγά, άρχισαν να ψάχνουν το κλειδί, επειδή το κλουβί ήταν κλειδωμένο. Ψάξε από δω ψάξε από εκεί, βλέπει μια νεραιδουλα πάνω σε ένα ράφι ένα ασημένιο κουτάκι. Μόλις το άνοιξε βρήκε μέσα ένα χρυσό κλειδάκι. Σιγά σιγά, με προσοχή μεγάλη, για να μην ξυπνήσει η βασιλοπούλα, άνοιξε το κλουβί! Επειτελους! ελεύθερη η νεραιδουλα.


 Έτσι άρχισαν να πετούν προς το παράθυρο, και η μικρή προς την ελευθερία. Ευτυχώς  το σκυλάκι της βασιλοπούλας, που κοιμόταν στην άκρη του κρεβατιού, άκουσε και άρχισε να γαβγίζει όταν και, η τελευταία νεράιδα, είχε βγει από το παράθυρο. Στην νεραιδοχωρα ξανά ήρθαν οι ευτυχισμένες μέρες, γεμάτες γέλιο, χαρά, παιχνίδι.














Τρίτη 9 Απριλίου 2019



   

ΣΠΙΤΑΚΙ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

 Μια φορά κι έναν καιρο σε έναν τόπο μακρινό ζούσε ένας ξυλοκόπος με την γυναίκα του και τις τρεις κόρες του,σε ένα σπιτάκι στο δάσος.καποιο πρωί λέει στην γυναίκα του.
« γυναίκα θα πάω να κόψω ξύλα και θα τελειώσω αργά. Στείλε με φαγητό με την μεγάλη μας κορη και για να βρει τον δρόμο θα ρίχνω σπόρους από σιτάρι για να μην χαθεί»
  
  Έτσι και έγινε, όμως τα πουλάκια έφαγαν το σιτάρι και το κορίτσι δεν μπόρεσε να βρει τον πατέρα της.
 
Περιπλανήθηκε λοιπόν μέσα στο δασος και το βραδυ πια είδε φως μακριά. Σκέφτηκε πως εκεί θα είναι κάποιοι άνθρωποι και όταν πήγε κοντά είδε ένα σπιτάκι.
  
Χτύπησε την πόρτα.
« οποίος και να είσαι πέρασε μέσα»
Άνοιξε την πόρτα και είδε έναν γεράκο με άσπρα γενιά μια γελάδια, έναν κόκορα, και μια κοτούλα. Το κορίτσι εξήγησε στον γεράκο,πως χάθηκε και ρώτησε αν μπορεί να μείνει την νύχτα. Ο γεράκος είπε.
 « όμορφο μου κοκοράκι γελαδιτσα μου καλή όμορφη κοτούλα μου τι να πω στο κορίτσι;να μείνει ή, να φύγει; τα ζωάκια έβγαλαν έναν ήχο που ήταν η απάντηση τους. Τότε ο γεράκος λέει στην κοπέλα.

 
 
« πήγαινε στην κουζίνα και μαγείρεψε μια σούπα υπάρχει ότι θα χρειαστείς» το κορίτσι μαγείρεψε την σούπα σέρβιρε και έκατσε να φάνε. Δεν σκέφτηκε όμως να ταΐσει και τα τρεις ζωάκια.
 Σαν απόφαγαν ρώτησε τον γερό που μπορεί να κοιμηθεί. Αντί να απαντήσει ο γέρος απάντησαν τα ζώα.
« έφαγες καλά εσυ, χωρίς εμάς να μας θυμηθείς βρες τώρα μόνη σου που να κοιμηθείς»
 
 Ο γέρος την είπε.
« ανέβα τις σκάλες θα βρεις δυο δωμάτια μπες σε ένα, στρώσε σεντόνια καθαρά και κοιμήσου».
Εκείνη διάλεξε το καλύτερο και μεγαλύτερο και κοιμήθηκε. Δεν νοιάστηκε για τίποτε άλλο. Ανέβηκε  μετά από λίγο ο γεράκος την κοίταξε που κοιμόταν του καλού καιρού και κούνησε το κεφάλι του με θλίψη. Ξαφνικά άνοιξε μια καταπακτή και το κρεβάτι με την κοπέλα εξαφανίστηκε.
 Ο ξυλοκόπος όταν το βραδυ γύρισε στο σπίτι ήταν πολύ θυμωμένος που έμεινε όλη μέρα νηστικός.
« θα την μαλώσω την ξεμυαλισμένη μόλις γυρίσει» είπε στην γυναίκα του. Την άλλη μέρα είπε στην γυναίκα του,το φαγητό να το πάει η δεύτερη κόρη τους και εκείνος θα ρίχνει φακές για να βρει τον δρόμο η κοπέλα.
 
 Όταν ξεκίνησε η δεύτερη κόρη η φακή δεν υπήρχε την έφαγαν τα πουλάκια. Έτσι δεν βρήκε τον πατέρα της, και αφού περιπλανήθηκε στο δάσος βρήκε το σπιτάκι όπου ακολούθησε η ίδια σκηνή. 
 Έτσι μαγείρεψε μόνον για αυτήν και τον γερό και τα ζωάκια έμειναν πάλι νηστικά. Διάλεξε το καλύτερο δωμάτιο και δεν νοιάστηκε για τον γερακο πού θα κοιμηθεί. Η καταπακτή λοιπόν άνοιξε και χάθηκε μαζί με το κρεβάτι. Ο ξυλοκόπος έξαλλος είπε ότι οι κόρες του είναι άμυαλες και κάπου θα γυρίζουν. Και το πρωί ζήτησε από την τριτη κόρη α του πάει φαγητό. Έριξε μπιζέλια στο δρόμο αλλά και αυτά εξαφανίστηκαν από τα πουλάκια.
  Έτσι χάθηκε και η μικρή κόρη. Περιπλανήθηκε στο δάσος, και στεναχωριότανε που ο πατέρας της θα έμεινε νοιστικος. Με τα πολλά βρέθηκε στο σπιτάκι του γεράκος μπήκε μέσα και έγινε ο γνωστός διάλογος.
 Πήγε στην κουζίνα και άρχισε να μαγειρεύει, όσο το φαγητό ήταν στην φωτιά,πήγε κοντά στην αγελάδα στον κόκορα, και στην κοτούλα και τους είπε.
« καυμενούλια μου θα πεινάτε και θα διψάτε θα σας φροντίσω αφού δεν μπόρεσα να βρω τον πατέρα μου,και σκέφτομαι και την μανούλα μου που θα στεναχωριέται» 
  Έφερε ένα δε άτι σανό για την αγελάδα καλαμπόκι και κριθάρι για τον κόκορα και την κοτούλα. 
Τους έβαλε και ένα δοχείο καθαρό νεράκι. Μετά ετοίμασε το τραπέζι, σέρβιρε πρώτα τον γερό μετά τον εαυτό της και αφού έφαγαν έπλυνε τα πιάτα και σιγυρισε την κουζίνα. Αφού όλα ήταν όμορφα και καθαρά ρώτησε τον γεράκο μήπως χρειαζετε κάτι άλλο.

Έπειτα ρωτησε που μπορεί να κοιμηθεί. Επειδή ο γέρος ρωτούσε για όλα τα ζωάκια του,ρώτησε εκείνη τα ζωάκια όπως έκανε ο γεράκος.
« όμορφο μου κοκοράκι, γελαδιτσα μου καλή,όμορφη κοτούλα σας παρακαλώ το κορίτσι να μείνει ή, να φύγει;» και εκείνα είπαν.
« αν νοισταζει και επιθυμεί να πάει να κοιμηθεί και την ευχαριστούμε πολύ» 

 Με τις οδηγίες του γεράκος βρήκε τα δωμάτια έστρωσε τα σεντόνια και κατέβηκε πάλι για να βοηθήσει τον γερό να ανεβεί τις σκάλες, και τον πήγε στο μεγάλο δωμάτιο. Πήγε και εκείνη στο άλλο δωμάτιο και μόλις ξάπλωσε κοιμήθηκε αμέσως.
 
 Την νύχτα το σπιτάκι έτρεμε αλλά το κορίτσι κοιμόταν βαθιά και δεν άκουσε τίποτα. Το πρωί σαν άνοιξε τα μάτια της είδε ότι ήταν σε ένα τεράστιο και όμορφο δωμάτιο. Το κρεβάτι με βελούδο και μεταξωτά σεντόνια και οι παντόφλες της ήταν μεταξωτές και χρυσό κεντημένες με μαργαριτάρια. Ανοίγει η πόρτα και μπαίνουν τρεις υπηρέτες.
« που είμαι; ποιοι είστε; που είναι ο γεράκος και τα ζωάκια;» εκείνοι δεν μίλησαν παρά μόνο άφησαν πάνω στο κρεβάτι ένα ονειρεμένο φόρεμα, και βγήκαν έξω.
 Εκείνη ντύθηκε και έτρεξε να βρει τον γεράκο και τα ζωάκια. Καθώς περνούσε από έναν τεράστιο διάδρομο στρωμένο με κόκκινα χαλιά ανοίγει μια πόρτα, και ένα όμορφο παλικάρι βγήκε και την έπιασε από το χέρι, και την οδήγησε σε ένα εξίσου πολυτελές δωμάτιο με ένα τεράστιο τζάκι.
 « μην φοβάσαι ο γέρος είμαι εγώ, και τα ζωάκια είναι οι υπηρέτες. Μια μάγισσα μας είχε μαγέψει έως ότου βρεθεί μια κοπέλα καλόκαρδη για να μας νοιαστεί και έτσι τα μάγια να λυθούν. Είσαι γεμάτη καλωσύνη και για αυτό σε αγάπησα, θέλεις να με παντρευτείς;» Το κορίτσι δέχτηκε, του είπε όμως εκτός την μητέρα και τον πατέρα της έχει και δυο αδερφές. Το παληκάρι είπε.
« εγώ τις έχω στο υπόγειο, θα μείνουν για τον γάμο μας αλλά μετά θα πάνε να δουλέψουν σε ένα καρβουνιαρικο μέχρι να γίνουν καλές και συμπονετικές, και να νοιάζονται για τους άλλους» έτσι και έγινε. Οι αδερφές πήγαν να δουλέψουν οι δε γονείς της ήταν ευτυχισμένοι. Το δε ζευγάρι έζησε ευτυχισμένο κάνοντας το καλό σε όλους που είχαν ανάγκη! 















Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ



 
Μια φορά και έναν καιρο σε έναν τόπο μακρινό ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα που δεν είχανε παιδιά. Η βασίλισσα προσευχόταν πάντοτε για να αποκτήσει ένα παιδάκι. Κάποια μέρα ο                          Άγγελος την είπε ότι θα αποκτήσει έναν γιο γιατί ακούστηκαν οι προσευχές της.
    
  Ο γιός της θα έχει ένα χάρισμα,οποία κι αν είναι η επιθυμία του θα πραγματοποιείται. Πέρασε ο        καιρός και η βασίλισσα έφερε στον κόσμο ένα πανέμορφο αγοράκι και ήταν πολύ ευτυχισμένη.
Μια μέρα με το μωρό αγκαλιά την πήρε ο ύπνος καθώς καθόταν στον κήπο. Ένας μάγειρας του παλατιού ήξερε το χάρισμα του παιδιού, το άρπαξε και γέμισε το φόρεμα της βασίλισσας με αίμα από μια κότα που έσφαξε. Κατηγόρησε την βασίλισσα ότι άφησε το παιδί και το κατασπάραξε ένα                    θηρίο.
 
 Ο βασιλιάς εξοργισμένος φυλάκισε την βασίλισσα σε έναν πυργο βαθιά στο δάσος χωρίς φαΐ και   νερό για να πεθάνει. Οι άγγελοι όμως με την μορφή περιστεριών πήγαιναν στο παράθυρο του πυργου 
     και άφηναν φαΐ και νερό για την βασίλισσα.
  
 Ο μάγειρας το παιδί το είχε κρύψει σε ένα κάστρο που ο μικρός πρίγκιπας το ζήτησε για τον μάγειρα και έγινε η επιθυμία του. Για να μην είναι μόνος ο μικρός πρίγκιπας ο μάγειρας του είπε να ζητήσει ένα κοριτσάκι για συντροφιά.
Έτσι και έγινε το κοριτσάκι ήταν πανέμορφο και συντρόφευε τον μικρό. Ο καιρός περνούσε και ο  μάγειρας όλο ζητούσε πλούτη πολλά χρυσάφι παλάτια. Φοβόταν όμως ότι κάποια μέρα ο πρίγκιπας                θα έβρισκε τους δικούς του και θα έλεγε όλα αυτά στον πατέρα του.
 Έτσι είπε στο κορίτσι την ώρα που ο πρίγκιπας κοιμάται να του κόψει την γλώσσα. Το κορίτσι αρνήθηκε και ο μάγειρας την απείλησε ότι θα την σκοτώσει αν δεν υπακούσει. Με τα πολλά το        κορίτσι δέχτηκε.
 
Όταν εκείνος έλειπε το κορίτσι σκότωσε ένα ελάφι του έκοψε την γλώσσα και την καρδιά για να τα δει ο μάγειρας και να την πιστέψει, τον πρίγκιπα τον είπε να κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι. Όταν την ρώτησε αυτός αν σκότωσε τον πρίγκιπα, ο πρίγκιπας τα άκουσε όλα.
« κακούργε θέλησες να με σκοτώσεις και να κόψεις την γλώσσα μου» φώναξε αγριεμένος και τον  μεταμόρφωσε σε σκυλί με μια χρυσή αλυσίδα στο λαιμό.
       « θα τρως μόνο αναμμένα κάρβουνα» την είπε.
  
 
Αμέσως ο μάγειρας έγινε σκύλος με την αλυσίδα στον λαιμό. Μετά από λίγες ημέρες ενώ ο πρίγκιπας καθόταν συλλογισμένος στον κήπο ένα άσπρο περιστέρι κάθησε στον ώμο του και του  είπε όλη την ιστορία με τον μάγειρα και την φυλακισμένη βασίλισσα. Φώναξε ο πρίγκιπας την φίλη του και την είπε ότι θα πάει στην πατρίδα του και αν θέλει να πάει μαζί του. 
« πως να έρθω η πατρίδα σου είναι τόσο μακριά!» Και καθώς δίσταζε και έλεγε δεν θέλει να χωρίσουν ο πρίγκιπας την μεταμόρφωσε σε ένα πανέμορφο γαρύφαλλο και την πήρε μαζί του.
 Ξεκίνησε και ο σκύλος τον ακολουθούσε. Έφτασε στον πυργο ήταν φυλακισμένη η μητέρα του αλλά ο πύργος ήταν πολύ ψηλός.
« να είχα μια σκάλα!» και αμέσως μια σκαλα εμφανίστηκε ακουμπισμένα στον τοίχο. Ο πρίγκιπας   ανέβηκε και από το παράθυρο είδε την μητέρα του.
     « αγαπημένη μου μητέρα είσαι ζωντανή!» μπήκε μέσα την αγκάλιασε εξήγησε τα ψέματα του  μάγειρα οτι τον έφαγαν τα θηρία, και την υποσχέθηκε ότι γρήγορα θα την απελευθερώσει. 
 

Συνέχισε τον δρόμο του και όταν έφτασε στο παλάτι ζήτησε δουλειά κυνηγού, λέγοντας ότι ήταν Αρίστος κυνηγός. Ο βασιλιάς τον δέχτηκε και του είπε.
« χρειαζωμε έναν κυνήγι για ελάφια και αγριόχοιρους, είσαι ικανός;»
« σαν και εμένα άλλος δεν υπάρχει,  δεν θα λείψουν αυτά ποτέ από το παλάτι» και ο βασιλιάς τον     έκανε αρχηκυνηγο.
  

Την άλλη μέρα πήγε μαζί με άλλους κυνηγούς και έκανε την ευχή να γεμίσει ο τόπος κυνήγι. Αμέσως   ελάφια, ζαρκάδια, αγριόχοιροι ξετρύπωσαν και οι κυνηγοί σκότωσαν πολλά και τα πήγαν στο παλάτι. 
 Ο βασιλιάς ενθουσιάστηκε και είπε να ετοιμαστεί βασιλικό τραπέζι με όλους τους αυλικούς και τους αξιωματικούς. Για να ευχαριστήσει τον καινούριο κυνηγο τον κάλεσε στο τραπέζι και τον έβαλε στα δεξιά του. 
« Μα εγώ είμαι ένας ταπεινός κυνηγός βασιλιά μου!» Ο βασιλιάς επέμενε και τον διέταξε να έρθει  στο γεύμα. 
 

Το μυαλό του πρίγκηπα σε όλη την διάρκεια του γεύματος ήταν στην μητέρα του και ευχήθηκε  κάποιος από όλους εκεί να την θυμηθεί. Μόλις έκανε την ευχή ο αρχιστράτηγος είπε.
« βασιλιά μου εμείς τρώμε και πίνουμε εδώ η βασίλισσα μας όμως τι να κάνει άραγε; ζει ή, έχει πεθάνει;» ο βασιλιάς θλιμμένος είπε.
« με την απερισκεψία της έχασα τον γιο μου τον έφαγαν τα θηρία μην την αναφέρετε λοιπόν» Ο πρίγκιπας δεν άντεξε άλλο και είπε.
 
« βασιλιά μου κοίταξε με καλά είμαι ο γιος σου δεν με έφαγαν τα θηρία, και η μητέρα μου άδικα είναι τόσα χρόνια υποφέρει, ο κακός μάγειρας τα έκανε όλα αυτά» εξήγησε δε ένα ένα όλα στον βασιλιά πατέρα του, έφερε και τον σκύλο μάγειρα και είπε.
« να ο υπαίτιος, και τώρα θα τον δεις όπως ήταν» και αμέσως τον έκανε όπως πριν. Ο βασιλιάς οργισμένος διαιταξε να τον κλείσουν σε ένα μπουντρούμι. 
« τώρα πατέρα μου θα σου δείξω το κορίτσι που μεγάλωσαμε μαζί και με έσωσε την ζωή όταν την διέταξε ο μάγειρας να με σκοτώσει» είπε και έβγαλε το γαρύφαλλο από την τσέπη του και έκανε πάλι την πανέμορφη κοπέλα όλο ομορφιά και λάμψη. 
 
Ο βασιλιάς έστειλε να φέρουν πίσω από τον Πύργο στο παλάτι την βασιλισσα και όταν γύρισε συγχώρεσε τον βασιλιά για την σκληράδα του. Ήταν πολύ ευτυχισμένη η βασίλισσα αλλά μετά τρεις ημέρες πέθανε. Ο βασιλιάς δεν άντεξε και λίγες μέρες μετά, πέθανε και αυτός. Το βασιλόπουλο παντρεύτηκε το όμορφο κορίτσι που έφερε μαζί του σαν γαρύφαλλο και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019


Η ΧΡΥΣΗ ΧΗΝΑ

   Μια φορά και έναν καιρό σε έναν τόπο μακρινό ζούσε ένας άντρας με την γυναίκα του και τους  τρεις γιούς του.Ο μικρότερος ήταν αθώος πολύ και τον φώναζαν χαζούλη.Μι μέρα ο μεγάλος γιος θέλησε να πάει στο δάσος να κόψει ξύλα.Η μητέρα του ετοίμασε μια πολύ νόστιμη πιτα και ένα μπουκάλι κρασί για να έχει να φάει και να πιει.Φτανωντας στο δάσος βλέπει έναν ανθρωπάκο ο οποίος τον καλημερησε καιρού είπε επίσης.
«Δώσε μου λίγο από την πίτα σου και λίγο κρασί γιατί πεινάω και διψάω.»Ο μεγάλος γιος είπε.
«Αν σου δώσω πίτα και κρασί για εμένα δεν θα μείνει τίποτα μην με καθυστερείς» είπε και έφυγε.
 
Βρήκε ένα δέντρο και άρχισε να το κόβει.Υστερα από λίγο το τσεκούρι ξέφυγε και τον τραυμάτισε στο χέρι.Αναγκαστηκε να γυρίσει στο σπίτι.Ο ανθρωπάκος τον τιμώρησε για τον κακό τρόπο του.
 Έτσι αφού ο μεγάλος γιος γύρισε χωρίς ξύλα ο δεύτερος αποφάσισε να πάει στο δάσος για ξύλα.Η μητέρα τον ετοίμασε πίτα και κρασί και έφυγε για το δάσος.Μολις έφτασε στο δάσος συνάντησε τον ανθρωπάκο όπου ζήτησε και από αυτόν πίτα και κρασί. Ο μεσαίος γιος είπε.
«Αν σου δώσω πίτα και κρασί για μένα δεν θα μείνει τίποτα μην με καθυστερείς» είπε και έφυγε.Η τιμωρία του ανθρωπάκου δεν άργησε και για αυτόν.Αρχισε να κόβει ένα δέντρο το τσεκούρι όμως έπεσε πάνω στο πόδι και τον τραυμάτισε. Έτσι γύρισε στο σπίτι και αυτός άπραγος.
    
Ο χαζούλης λέει τότε στον πατέρα του.
«Θα πάω εγώ να κόψω ξύλα» 
«Δεν θα πας είδες τι έπαθαν τα αδέρφια σου» Ο χαζούλης επέμενε και ο πατέρας του με τα πολλά υποχώρησε. 
«Πήγαινε λοιπόν». Η μητέρα του τον ετοίμασε μια σταχτοπιτα και ένα μπουκάλι ξυνισμενη μπίρα. Ο χαζούλης φτάνοντας στο δάσος συνάντησε τον ανθρωπάκο ο οποίος τον χαιρέτησε και είπε.
« Δώσε μου ένα κομμάτι από την πίτα σου και λίγο κρασί πεινάω και διψάω».Ο χαζούλης λέει.
«Έχω μόνον μια σταχτοπιτα και ξυνισμενη μπίρα κόπιασε να φάμε αν σε αρέσει».Ο ανθρωπάκος δέχτηκε και μόλις άρχισαν να τρώνε η σταχτόπιτα είχε γίνει μια πολύ νόστιμη πιτα και η ξινισμένη μπίρα ένα ωραίο κρασί. Αφού έφαγαν και ήπιαν ο ανθρωπάκος λέει στον χαζούλη.
«Έχεις χρυσή καρδιά και μοιράζεσαι ότι έχεις θα σε χαρίσω κάτι. Βλέπεις αυτό το γέρικο δέντρο; Στις ρίζες του θα βρεις κάτι.» 
    

Έτσι και έγινε. Μόλις ο χαζούλης άρχισε να κόβει το δέντρο και αυτό έπεσε από τις τσεκούριες  βρήκε στις  ρίζες μια χήνα με ολόχρυσα φτερά.
Πήρε την χήνα και πήγε σε ένα πανδοχείο για να κοιμηθεί. Ο ιδιοκτήτης  είχε τρεις κόρες που άρχισαν να περιεργάζονται το παράξενο πουλί. Όταν είδαν ότι έχει χρυσά φτερά θέλησαν να το κλέψουν,και μόλις ο χαζούλης βγήκε από το δωμάτιο η μεγάλη κόρη πήγε να πάρει την χήνα. Το χέρι της όμως κόλλησε πάνω. Μετά από λίγο ήρθε η μεσαία κόρη για να πάρει ένα χρυσό φτερό μα μόλις ακούμπησε την αδερφή της κόλλησε το χέρι πάνω της. Όταν ήρθε η μικρή αδερφή φώναξαν και οι δυο.
  

«Φύγε, φύγε από εδώ!»Εκείνη δεν κατάλαβε και πήγε στην χήνα. Και σαν ακούμπησε την μεσαία αδερφή κόλλησε και αυτή. Έμειναν έτσι όλη την νύχτα. Το πρωί ο χαζούλης πήρε την χήνα αγκαλιά χωρίς να προσέξει τις αδερφές έτσι τα κορίτσια έτρεχαν πίσω του παράπατόντας πέρα δώθε. Στο δρόμο τους βλέπει ένας παπάς και εξοργισμένος λέει.
«Δεν ντρέπεστε να τρέχετε πίσω από αυτόν τον νεαρό δεν είναι σωστό.» Πήγε να αρπάξει την μικρή αδερφή κόλλησε και αυτός και έτρεχε ξοπισω τους. Παρακάτω συνάντησαν τον επίτροπο της εκκλησιας και βλέποντας το θέαμα είπε.
«Που πας παπά; Έχουμε βάπτιση σήμερα» και έτρεξε να τραβήξει τον παπά,έτσι κόλλησε και αυτός. Και γίνανε πέντε που έτρεχαν πίσω από τον χαζούλη. 
Στο δρόμο βρήκαν δυο αγρότες που γύριζαν από τα χωράφια τους και ο παπάς τους φώναξε να τους ελευθερώσουν. Αλλά μόλις ακούμπησαν τον επίτροπο κόλλησαν και αυτοί. Όλοι μαζί έφτασαν στην πόλη στην οποία ο βασιλιάς είχε μια κόρη που ήταν τόσο σοβαρή η οποία δεν γελούσε με τίποτα. Ο βασιλιάς είχε κάνει έναν νόμο που οποίος έκανε την βασιλοπούλα να γελάσει θα την παντρευόταν. Σαν το άκουσε αυτό ο χαζούλης πήγε με την ακολουθία του στο παλάτι. Και σαν είδε η βασιλοπούλα τους εφτά ανθρώπους να τρέχουν ο ένας πίσω από τον άλλον άρχισε να γελάει χωρίς να μπορεί να σταματήσει. Ο χαζούλης ζήτησε από τον βασιλιά να παντρευτεί την βασιλοπούλα. Του βασιλιά δεν του άρεσε ο χαζούλης για γαμπρός και σκεφτόταν πως να τον αποφύγει. Ζήτησε από τον χαζούλη να βρει κάποιον που θα μπορέσει να πιει όλο το κρασί που έχει το κελάρι του. Ο χαζούλης σκέφτηκε να πάει στο δάσος να βρει τον ανθρωπάκο. Πήγε λοιπόν εκεί που τον είχε συναντήσει και βλέπει έναν άντρα να κάθεται συλλογισμένος. Τον ρώτησε ο χαζούλης τι τον απασχολεί και αυτός λέει ότι έχει μεγάλη δίψα και ενώ ήπιε ένα βαρέλι κρασί δεν έχει ξεδιψάσει.
«Μπορώ εγώ να σε βοηθήσω θα χορτάσεις κρασί» είπε ο χαζούλης. Τον πήγε στο βασιλικό κελάρι και ο άνθρωπος του δάσους ήπιε όλο το κρασί σε μια μέρα. Ο χαζούλης ζήτησε από τον βασιλιά την κόρη του αλλά αυτός σκέφτηκε πάλι πως να τον αποφύγει. Έτσι το είπε ότι θα τον δώσει την κόρη του αν φέρει κάποιον που θα φάει ένα βουνό από ψωμί. Ο χαζούλης πήγε πάλι στο δάσος και εκεί βρήκε έναν λυπημένο άνθρωπο που έσφιγγε την ζώνη του.
«Έχω φάει ένα φούρνο ψωμιά αλλά το στομάχι μου είναι άδειο.»Ο χαζούλης τον είπε. 
« Θα χορτάσεις την πείνα σου εκεί που θα πάμε.» Τον πήγε στο παλάτι όπου υπήρχε ένα βουνό από ψωμί και ο άντρας άρχισε να τρώει και σε μια μέρα το έφαγε όλο. Ο χαζούλης ζήτησε πάλι από τον βασιλιά την κόρη του και αυτός σκέφτηκε πάλι να βρει τρόπο να το αποφύγει του ζήτησε λοιπόν να βρει ένα καράβι που να ταξιδεύει σε θάλασσα και σε στεριά. 
« Τότε θα πάρεις την κόρη μου για γυναίκα σου» Ο χαζούλης τράβηξε πάλι για το δάσος. Εκεί ήταν ο ανθρωπάκος ο οποίος τον είπε.
«Θα σου δώσω το πλοίο που ταξιδεύει σε θάλασσα και σε στεριά επειδή φερθηκες με καλοσύνη σε μένα» του έδωσε το καράβι και ο χαζούλης μια και δυο πίσω στον βασιλιά και τον ζητάει πάλι την κόρη του. Ο βασιλιάς μην μπορώντας να κάνει αλλιώς τον έδωσε την κόρη του. Έτσι παντρεύτηκαν και όταν ο βασιλιάς πέθανε ανέβηκε στον θρόνο ο χαζούλης και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα! 






Η ΑΣΠΡΗ ΓΑΤΑ   Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε τρεις γιους, που ήταν όλοι τόσο έξυπνοι και γενναίοι που άρχισε να φοβάται...